Της Μαθήτριας: Μέτσιου Αλεξάνδρα

 

Πολιτική και Δίκαιο, β΄λυκείου, σελ. 97: «Τα Μ.Μ.Ε. ενημερώνουν το κοινό για ό,τι συμβαίνει στην τοπική ή παγκόσμια κοινότητα»… «Τα Μ.Μ.Ε. συμβάλλουν στην ψυχαγωγία και τη διασκέδαση»… «Τα Μ.Μ.Ε. ασκούν μεγάλη επιρροή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, αποτελούν επομένως παράγοντα που δεν μπορούν να αγνοούν οι κυβερνήσεις»…

Πρόκειται αναμφισβήτητα για γοητευτικές διαπιστώσεις του τόσο σημαντικού ρόλου που διαδραματίζουν τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ή Επικοινωνίας πλέον –όρος μάλλον άστοχος αφού η μετάδοση πληροφοριών είναι κατά κανόνα μονόδρομη και όχι αμφίδρομη) σε κάθε έκφανση του σύγχρονου κοινωνικοπολιτικού βίου. «Συγκεκαλυμμένες συγκαταβάσεις» θα τις χαρακτήριζε κάποιος λογικά σκεπτόμενος. Πράγματι, πρόκειται για «καθωσπρέπει» θεωρίες ενός σχολικού βιβλίου που, ωστόσο, έρχονται σε πλήρη ανακολουθία με την πραγματικότητα που βιώνουμε καθημερινά ως δέκτες των προϊόντων των Μ.Μ.Ε.

Όπως σπεύδει και το ίδιο το βιβλίο να παραδεχτεί στις επόμενες σελίδες, ο κατεξοχήν ρόλος των Μέσων, η ενημέρωση, τις περισσότερες φορές είναι αμφιβόλου αξιοπιστίας και εγκυρότητας. Είναι πλέον αντιληπτό πως η «έγκαιρη και έγκυρη» ενημέρωση δεν αποτελεί βασική επιδίωξη της πλειονοψηφίας των Μέσων. Στόχος είναι η πρωτιά. Στον αγώνα δρόμου, λοιπόν, γι’ αυτή την πρωτιά και στο βωμό της πολυπόθητης αποκλειστικότητας θυσιάζεται η διασταύρωση μιας είδησης. Η εξακρίβωση στοιχείων και η αναζήτηση της αλήθειας αποτελούν διαδικασίες χρονοβόρες, έτσι κρίνονται επιζήμιες και κατ’ επέκταση παραλείπονται. Τα προς μετάδοση θέματα δηλαδή, επιλέγονται με βάση τον εντυπωσιασμό που προκαλούν στο δέκτη ή τη σπανιότητα που παρουσιάζουν σε σχέση με άλλα θέματα. Συνεπώς παρατηρείται διόγκωση ορισμένων θεμάτων, με ταυτόχρονη αποσιώπηση ή παραμέληση άλλων, γεγονός που οξύνει το φαινόμενο της παραπληροφόρησης και της κινδυνολογίας.

 

Βέβαια, ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα των Μ.Μ.Ε. και κυρίως της τηλεόρασης; Πλήθος ψυχαγωγικών εκπομπών, show, μουσικοχορευτικών θεαμάτων, διαγωνισμών  μαγειρικών δεξιοτήτων. Πόσο ψυχαγωγική, όμως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί η επανειλημμένη προβολή προσώπων ή θεαμάτων; Πόσο ψυχαγωγικό είναι όταν τη θέση του χορού, της μουσικής ή της μαγειρικής παίρνουν αντιζηλίες, σκευωρίες, ανταγωνισμοί και «τσαχπινιές»; Τι ακριβώς από όλα αυτά «άγει» την ψυχή; Πρόκειται επομένως για μια ομογενοποιημένη, εμπορική κουλτούρα που βασίζεται στα είδωλα και σε «συνταγές επιτυχίας». Η αισθητική και η ποιότητα τίθενται υπό αμφισβήτηση, καθώς στόχος και πάλι είναι η προσέγγιση όλο και περισσότερων θεατών με δόλωμα, όχι ψυχαγωγικά ή καλλιτεχνικά θεάματα, αλλά αιθέρια μοντέλα και καλοπληρωμένους αθλητές.

 

Θα αποτελούσε παράλειψη αν δε γινόταν αναφορά στον αντιφατικό ρόλο των Μέσων όσον αφορά τον πολιτικό χώρο. Ενώ τα Μ.Μ.Ε. θεωρητικά αποτελούν αγωγούς γνωστοποίησης των πολιτικών αποφάσεων, διαμορφώνουν την κοινή γνώμη πολιτικοποιώντας τα άτομα και ενίοτε ασκούν έλεγχο στην εξουσία, φαίνεται να έχουν μετατραπεί σε μια βαριά βιομηχανία η οποία υπάγεται σε ιδιοτελή συμφέροντα. Τα Μέσα κατά κανόνα ανήκουν σε κάποιο πολιτικό-κομματικό χώρο και έτσι επιδιώκουν την προώθηση συγκεκριμένων ιδεολογιών. Παρατηρείται επομένως μονόπλευρη μετάδοση ειδήσεων και έντονη προσπάθεια ποδηγέτησης. Καθώς δηλαδή τα Μέσα εξυπηρετούν συγκεκριμένες σκοπιμότητες, ανάγονται σε μέσα προπαγάνδας, υπονομεύοντας έτσι τη δημοκρατία και την ελεύθερη διακίνηση ιδεών, υποθάλπτοντας συγχρόνως φαινόμενα λαϊκισμού.

Κλείνοντας, καθίσταται φανερό πως τα Μ.Μ.Ε. μπορούν να επεμβαίνουν και να επιδρούν σε κάθε πτυχή της σύγχρονης ζωής. Αυτή η παντοδυναμία είναι, ωστόσο, που τα κάνει επικίνδυνα όσον αφορά τη χειραγώγηση και τη μαζοποίηση συνειδήσεων.  Ο κάθε πολίτης επομένως, οφείλει να αντιμετωπίζει κριτικά τα  Μ.Μ.Ε., θέτοντας τα προϊόντα τους υπό προβληματισμό και γόνιμη αμφισβήτηση, κρατώντας από αυτά το ουσιαστικό απόσταγμα ενημέρωσης και πληροφορίας.